Κάθε μήνα
στα περίπτερα
 
Περιεχόμενα Τευχους 1
88 Χρόνια Ελατος
Πριν ογδόντα επτά χρόνια, λίγα μέτρα από την πλατεία Ομονοίας ξεκινούσε το τρένο με τους μηχανικούς και τους διευθυντές για την εργατομάνα πόλη, το Λαύριο. Η λαχτάρα όσων επέστρεφαν από τις δουλειές τους ήταν να γλυκαθούν με ψητό και κρασί στον «Έλατο», να εκτονωθούν με μια στροφή τσάμικου ή καλαματιανού χορού, πριν πάνε στη γυναίκα τους και στα παιδιά τους. Ο Έλατος γεννήθηκε στο ίδιο σημείο που βρίσκεται σήμερα, στην πλατεία Λαυρίου - που πήρε το όνομα της από τον προορισμό του τρένου. Άνοιγε κατά τις οχτώ το βράδυ, οπότε διασκέδαζαν μαζί μπακάληδες, βυρσοδέψες, χασάπηδες, κλέφτες και νταβατζήδες της πλατείας Βάθη, του Μεταξουργείου και του Ψυρρή.
Τις Κυριακές μετά το σινεμά οικογένειες και παρέες, αλλά και οι επισκέπτες της πρωτεύουσας που διέμεναν στα ξενοδοχεία του κέντρου, πέρναγαν από κει. Στην ψησταριά του Έλατου τσίκνιζαν τα πιο απολαυστικά εδέσματα όπως κοντοσούβλια, γουρουνόπουλα και κοκορέτσια. Αυτό όμως που εύφραινε τη ψυχή των πελατών ήταν η μουσική. Μερακλήδες οργανοπαίχτες και αηδόνια τραγουδιστές ζωγράφιζαν αξέχαστες εικόνες της ελληνικής υπαίθρου.
Σήμερα, τα κλαρίνα, οι κιθάρες, τα ντέφια και τα βιολιά, το μεράκι και οι καλοσυνάτοι άνθρωποι κατάφεραν να ανεβάσουν στο πάλκο του Έλατου νέους ανθρώπους με μεγάλη φωνή και γνώση του δημοτικού τραγουδιού, με αποτέλεσμα την αναγέννηση και καθιέρωση του κέντρου σε πέρασμα. Ο τελευταίος σταθμός ενός κλάμπινγκ, μια στροφή με το μαντήλι, μια ζεστή σούπα και μια ρακή. Μ'ένα ζεστό κι αυθόρμητο χαμόγελο, ο Νίκος Μαυροπάνος καλωσορίζει όποιον διαβαίνει το κατώφλι. Η κυρία της γραφικής γκαρνταρόμπας, οι σερβιτόροι και οι κοπέλες που πουλούν λουλούδια φτάνουν ως χαρακτήρες για να γραφτεί ένα σενάριο. Ιδιαίτερα τρυφερή είναι η στιγμή που ο παλαιότερος του προσωπικού, δίνει ένα μαντήλι σ' αυτόν που θέλει να σύρει το χορό.
Στο αποκορύφωμα όμως πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν και οι πελάτες, οικογένειες, παρέες σχολιόπαιδων, ζευγαράκια και φίλοι καρδιακοί. Με μια τελευταία ρουφηξιά βαρύ γλυκού, ο βιρτουόζος κλαρινίστας αφήνει το κομπολόι και πιάνει το κλαρίνο. Με το μελωδικό «τζιβαέρι» ξεκινά το πρόγραμμα και η μύησή μας στη μουσική των βουνών, του αγέρα, της θάλασσας, της λεβεντιάς. Σύγχρονοι ζορμπάδες παρέα με αλλοτινούς ασίκηδες συνταιριάζουν σε έναν κύκλο, με ένα σφύριγμα, μ΄ ένα τσάκισμα· μια μυστηριώδης αγωγιμότητα ανάμεσα στη νέα και στην παλιά γενιά. Μέσα στη δίνη ενός τσάμικου χορού οι παλαιοί φέρνουν στο μαγαζί μυρωδιές των χωριών όπου μεγάλωσαν και εικόνες όπως η πλατεία, ο πλάτανος, η μάνα.
Το παράδοξο είναι ότι όλο και περισσότεροι νέοι προσέρχονται στο κουτούκι - σχολή του δημοτικού τραγουδιού. Στο παλαιότερο ξενυχτάδικο της Αθήνας, ίσως και της Ελλάδας, το δημοτικό τραγούδι συνεχίζεται με αυθεντία και τιμή μέσα από νέους καλλιτέχνες.

Μέτσοβο
H όμορφη κωμόπολη της Πίνδου, κινείται πλέον στους δρόμους της ανανέωσης, που συμφιλιώνει το παρελθόν με το μέλλον. Οι νεωτερισμοί έρχονται να βοηθήσουν την παράδοση να προβάλλει το άλλο της πρόσωπο, αυτό που είναι δεκτικό και πρόσφορο σε ό,τι καινούριο και δημιουργικό. Η εξελικτική πορεία της παράδοσης δεν είναι σχήμα οξύμωρο. Μέσα από το πέρασμά της στους αιώνες, σήμερα αποκτά μια άλλη αίγλη, μια ευελιξία με την οποία πλησιάζει τους σύγχρονους ανθρώπους, που διψούν για το καινούριο, τείνοντας γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος
Δήμος Μετσόβου
Ο Δήμος Μετσόβου περιλαμβάνει τα Δημοτικά Διαμερίσματα Μετσόβου, Ανηλίου, Ανθοχωρίου και Βοτονοσίου, έχει έκταση περίπου 200.000 στρέμματα και πληθυσμό περίπου 6.000 κατοίκους. Βόρεια συνορεύει με το Νομό Γρεβενών, ανατολικά και νοτιοανατολικά με το Νομό Τρικάλων και δυτικά και νοτιοδυτικά με το υπόλοιπο τμήμα του νομού Ιωαννίνων. Έδρα του Δήμου είναι το Μέτσοβο, χτισμένο σε υψόμετρο 1.200 μ. στο μεταίχμιο των ορίων Ηπείρου, Θεσσαλίας και Δυτ. Μακεδονίας
Μέτσοβο & Ιστορία
Το Μέτσοβο είναι μια από τις γραφικές παραδοσιακές πόλεις της Ελλάδας. Είναι χτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 1.156 μ. και βρίσκεται σε μια από τις ψηλότερες βουνοκορφές της Πίνδου, στο μεταίχμιο των ορίων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας. Είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας με πληθυσμό γύρω στους 6.000 κατοίκους.

Ομογένεια
Ο πρώτος Έλληνας μετανάστης Το άγαλμα του «γκριέγκο» στη Φλόριδα Το άγαλμα του πρώτου Έλληνα μετανάστη στην Αμερική στήθηκε στην Τάμπα της Φλόριδα με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φλόριδας.
Τα αποκαλυπτήρια έγιναν με επίσημη τελετή στις 8 Ιανουαρίου 2005. "Η ιστορία των Ελλήνων στην Αμερική, αρχίζει εδώ " γράφει η επιγραφή κάτω από το άγαλμα του Θεόδωρου, Το πρώτο πρόπλασμα του Θεόδωρου ετοιμάστηκε στην Ελλάδα. Είναι ντυμένος με ενδυμασία της εποχής εκείνης. Το άγαλμα είναι από μπρούτζο, ώστε να μην έχει αλλοιώσεις, επειδή στήθηκε κοντά στη θάλασσα. Εχει ύψος περίπου οκτώ πόδια και είναι τοποθετημένο επάνω σε βάση από γρανίτη εξωτερικά ύψους πέντε ποδιών.
Φυσικά υπάρχει το όνομα "Θεόδωρος" και δίπλα η λέξη griego, γιατί οι Ισπανοί θαλασσοπόροι και οι μετέπειτα μελετητές, έτσι τον ονόμαζαν. Αξίζει να σημειωθεί ότι κάθε χρόνο στην επέτειο της 14ης Απριλίου 1528 θα οργανώνονται από την ομοσπονδία της Φλόριδας εορταστικές εκδηλώσεις αφιερωμένες στον ελληνικό πολιτισμό.

Τσίπουρο
Τσίπουρο ή ρακί (το). Στην Κρήτη ονομάζεται τσικουδιά ή ρακή (η). Σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής συναντάμε ένα παρόμοιο ποτό ονόματι arak. Το τσίπουρο είναι απόσταγμα από στέμφυλα (ή στράφυλα ή τσίπουρα) δηλαδή από τα ράκη των σταφυλιών που μένουν μετά το πάτημα και την εξαγωγή του μούστου για την παραγωγή κρασιού.
Τα στέμφυλα για να μας δώσουν αλκοολούχο απόσταγμα θα πρέπει αφενός να μην έχουν αποστραγγιστεί εντελώς (τα στέμφυλα από μηχανόπρεσσες περιέχουν ελάχιστο μούστο και δεν κάνουν) και αφετέρου να έχουν υποστεί αλκοολική ζύμωση ώστε τα σάκχαρα του εναπομένοντος μούστου να μετατραπούν σε αλκοόλη. Με άλλα λόγια πρέπει να μείνουν για κάποιες μέρες σε δοχείο.
Άλλες φορές ζυμώνονται μόνα τους στο δικό τους δοχείο και άλλες μαζί με τον μούστο που πάει για κρασί (επιπλέουν στην επιφάνεια των κάδων), όταν θέλουμε να πάρουμε κρασί πλούσιο σε τανίνες. Το δεύτερο συνήθως συμβαίνει στην ερυθρή οινοποίηση.

Χρόνης Αηδονίδης
Ο πιο γνωστός σύγχρονος Θρακιώτης τραγουδιστής με πανελλήνια ακτινοβολία και απήχηση, γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου του 1928 στην Καρωτή, ένα μικρό χωριό περιτριγυρισμένο από λόφους, στη βόρεια πλευρά της κοιλάδας του Ερυθροπόταμου, 8-9 χιλιόμετρα από το Διδυμότειχο. Τουρκοκρατούμενη αυτή η περιοχή της Θράκης μέχρι τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, περιλαμβάνει κυρίως πεδινά γεωργοκτηνοτροφικά χωριά.
Στην Καρωτή ήρθε να εγκατασταθεί μόνιμα ο προπάππος του (από την πλευρά του πατέρα του) φεύγοντας από την Αδριανούπολη. Ο πατέρας του Χρόνη, Xρήστος Αηδονίδης (1901-1991), το γένος Δοϊτσίδη, ήταν ένας από τους λίγους κατοίκους της περιοχής που έμαθε γράμματα σε κείνους τους δύσκολους χρόνους (άσκησε περιστασιακά και τα καθήκοντα του δασκάλου). Επίστρατος στη Μικρασιατική εκστρατεία, έταξε τον εαυτό του να υπηρετήσει τον Αϊ-Γιώργη άμα γλιτώσει απ' τον πόλεμο και επιστρέφοντας στο χωριό του σώος, χειροτονείται ιερέας.
Ο παπα-Χρήστος είναι αυτός που θα δώσει τα πρώτα μαθήματα ψαλτικής στον μικρό του γιο. Οικ. Χρήστου Αηδονίδη, Καρωτή, 1935 Ο Πολυχρόνης Αηδονίδης ανατράφηκε ακούγοντας τους παραδοσιακούς σκοπούς και τα τραγούδια που τραγουδούσε η μητέρα του, η παπαδιά. Η κυρα-Χρυσάνθη (γ.1905) είναι από τα Βρυσικά, χωριό που το χωρίζει από την Καρωτή ο Ερυθροπόταμος. Καλλίφωνη, επηρεασμένη από την εκκλησιαστική μουσική (μιας κι έψελνε κιόλας) και τα αργά τραγούδια της Αν. Θράκης, σοβαρή, δραστήρια και καλλιεργημένη, ήταν πάντα καλοδεχούμενη στους χορούς που γίνονταν στο ύπαιθρο και περιζήτητη στους γάμους και τις γιορτές, γιατί τραγουδούσε καλά και ήξερε το τυπικό. Αυτή άνοιγε συνήθως το γαμήλιο γλέντι με κάποιον αργό τραπεζικό σκοπό.
Στους χορούς που τελούνταν στο χοροστάσι ή το μισοχώρι όπως έλεγαν την πλατεία του χωριού, πρωτοστατούσαν συνήθως τέσσερις γυναικείες φωνές χωρισμένες σε δυο ζευγάρια, το πρώτο κοντά στο κεφάλι του χορού και το δεύτερο στη μέση. Τραγουδούσαν δυνατά και στην ψηλότερη περιοχή της φωνής τους για να ακούγονται και να κρατούν το χορό στο ρυθμό, δίνοντας έτσι έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα στο τραγούδι. Αυτό το άκουσμα ταίριαζε και με την γκάιντα ή το καβάλι (μακριά ξύλινη φλογέρα), όργανα που συνήθως συνόδευαν το γλέντι όταν άναβε για τα καλά.
Σοφία Κολλητήρη
Το αηδόνι της Ρούμελης
Γεννήθηκε στο Βελενίκο Φωκίδας όπου και μεγάλωσε με τα έξι αδέρφια της και τους γονείς τους. Η κλίση της για το τραγούδι ήταν φανερή από τότε που ήταν μαθήτρια του δημοτικού. Ένα από τα άτομα που της ενίσχυσαν το ταλέντο της αυτό, ήταν η δασκάλα που είχε στο δημοτικό, η οποία είχε σπουδάσει και μουσική. Αυτή μίλησε στους γονείς της λέγοντάς τους πως θα ήταν άδικο να χαθεί και να μην αξιοποιηθεί ένα τέτοιο ταλέντο και να μην γίνει επαγγελματίας τραγουδίστρια. Επικαλέσθηκε μάλιστα τις καλές αμοιβές που θα είχε, συγκρίνοντας με τις δικές της που είχε κάτσει τόσα χρόνια στα θρανία . Οι γονείς της βέβαια ήταν αρνητικοί σε μια τέτοια προοπτική αν και οι δυο τραγουδούσαν ωραία, και υπήρχε και ένας επαγγελματίας θείος, ο Κώστας Κούτρας, που έπαιζε σαντούρι. Το 1957 που τελείωνε το δημοτικό σχολείο η Σοφία, στην γιορτή του Ιουνίου (στο τέλος της χρονιάς) τραγούδησε το "Γεροδήμο" πολύ ωραία. Ωστόσο είχε ήδη καθιερωθεί στο χωριό ως τραγουδίστρια. Η Σοφία Κολλητήρη εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε πάλκο στις 12 Δεκεμβρίου στο πανηγύρι του Αγίου Σπυρίδωνα (ενός διπλανού χωριού) και χάλασε κόσμο. Ήταν μόνο 13 χρονών! Το πρώτο μερίδιο (χαρτούρα) που πήρε από το τραγούδι η Σοφία ήταν από αυτό το πανηγύρι, 370 δραχμές. Ήταν αρκετά χρήματα και τα έδωσε στον πατέρα της να ψωνίσει για την οικογένειά της τα Χριστούγεννα. Έτσι, σιγά - σιγά άρχισε η Κολλητήρη να μαθαίνεται στα γύρω χωριά της Φωκίδας και να τραγουδάει στους γάμους και τα πανηγύρια. Την επόμενη χρονιά η φήμη της έφθασε στο Αγρίνιο και άρχισε να έχει προτάσεις από πανηγύρια της Αιτωλοακαρνανίας. Είχε δουλέψει ήδη δύο καλοκαίρια και είχε μπει καλά στην δουλειά. Στις 10 Φεβρουαρίου του 1958 βρέθηκε μαζί με το συγκρότημα του Νίκου Καλτσά στο πανηγύρι της Ακράτας. Στην Ακράτα εκείνη την χρονιά έπαιζαν πέντε συγκροτήματα, του Γιώργου Παπασιδέρη με κλαρίνο το Παναγιώτη Πέππα, του Κοκοντίνη μαζί με τον Δημήτρη Ζάχο, του Κόρου με τον Σκαφίδα και του Φώτη Χαλκιά. Η μικρή Σοφία ξάφνιασε όλο το χωριό με την τόσο ωραία και δυνατή φωνή της. Μάλιστα έλεγε και το "Σελίμπεη". Το πρωί, ενώ τ' άλλα συγκροτήματα είχαν σχολάσει, ο Παπασιδέρης πήγε στην ταβέρνα που τραγουδούσε η Σοφία. και ζήτησε να της μιλήσει. Αυτή όμως ή ντρεπόταν ή φοβόταν το θείο της (σαντούρι) και δεν πήγε. Ο Παπασιδέρης περίμενε μέχρι που τελείωσαν και της συστήθηκε. Δεν τον γνώριζε προσωπικά, αλλά τον είχε ακούσει και τον είχε ως πρότυπο. Τη ρώτησε αν ήθελε να πάει μαζί του στην Αθήνα για να ηχογραφήσει το "Σελίμπεη" που το έλεγε τόσο ωραία. Αυτό ήταν κάτι που το ήθελε όσο τίποτα άλλο. Να άκουγε τον εαυτό της στο ραδιόφωνο.
Αλέκος Kιτσάκης
Tο αηδόνι της Ηπείρου
Ο Αλέκος Κιτσάκης είναι και θεωρείται μία αναντικατάστατη παρουσία μέσα στο χώρο του δημοτικού και πιο συγκεκριμένα, του Ηπειρώτικου τραγουδιού. Ο χαρακτηρισμός που του απεδόθη ως το ΑΗΔΟΝΙ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ δεν υπερβάλλει την πραγματικότητα. Είναι η μεγαλύτερη και λαμπρότερη τεχνική φωνή μέσα στο χώρο του Ηπειρώτικου τραγουδιού. Με ένα πηγαίο αίσθημα, το ανεπανάληπτο ταλέντο του, δίνει μια ιδιαίτερη έμφαση στο τραγούδι, το κάνει εικόνα, το κάνει λυγμό. Έχει το καλύτερο είδος φωνής, την εγκεφαλική, γι΄ αυτό όταν τραγουδάει το πρόσωπό του δεν συσπάται, και ταυτόχρονα η φωνή του είναι καθάρια, κρυστάλλινη και εκφραστική που μπορεί να ακούγεται σε μεγάλη απόσταση γνήσια όπως η καμπάνα. Με τη φωνή του αυτή και το πολύτιμο ταλέντο ο Αλέκος Κιτσάκης πέρα από το παραδοσιακό Ηπειρώτικο τραγούδι, το οποίο τραγούδησε με πάθος και αυταπάρνηση, προσφέροντας τον θησαυρό της ανεκτίμητης φωνής του, υπήρξε πρωτοπόρος και μοναδικός στον Ηπειρώτικο ήχο, χωρίς βέβαια να ξεφύγει απ΄ την παράδοση. Γιατί όταν εμφανίσθηκε ο Κιτσάκης, το Ηπειρώτικο τραγούδι ήταν εκείνο το οποίο ακουγόταν λιγότερο από τα τραγούδια των άλλων περιοχών και πολλοί τραγουδιστές εκείνης της εποχής, απέφευγαν να τα τραγουδούν στα κέντρα και στα πανηγύρια, εκτός Ηπείρου για να μην τους φεύγει ο κόσμος. Σήμερα, όμως χάρις σ΄ αυτόν, το Ηπειρώτικο τραγούδι ακούγεται με μεγάλη ευχαρίστηση απ΄ άκρο σ΄ άκρο της Ελληνικής γης και δεν νοείται διασκέδαση χωρίς Ηπειρωτικό τραγούδι που μεγάλωσε και γαλούχησε γενεές και γενεές Ελλήνων. Ο Αλέκος Κιτσάκης με την απαράμιλλη φωνή του διέδωσε το μήνυμα στα πέρατα της γης, όπου ζουν συμπατριώτες μας, Αυστραλία - Αμερική - Ευρώπη πως η Ήπειρος με την πλούσια παράδοση και τις ομορφάδες της είναι πλασμένη από τη φύση της να είναι μάνα και βάθρο λεβεντιάς και δίκαια πλέον να θεωρείται λεβεντογέννα και λίκνο του ελληνισμού. Επιπλέον ο Αλέκος Κιτσάκης έδωσε οριστική λύση και στο θέμα της γλώσσας που αντιμετώπιζε ο στίχος του Ηπειρώτικου τραγουδιού με αποτέλεσμα να μην έχει την ανάλογη μουσικότητα και να χωλαίνει, το κατά τα άλλα ασύγκριτο Ηπειρώτικο τραγούδι.
Κώστας Τζίμας
... αφηγείται ο Κώστας Τζίμας
... Κατάγομαι από το χωριό Ρωμανός Λάκκας Σουλίου Ιωαννίνων. Μεγάλωσα από γονείς που ασχολούνταν με αγροτικές δουλειές που ακολούθησα κι εγώ όταν τελείωσα το σχολείο μέχρι να πάρω την απόφαση να φύγω από το χωριό. Ήταν να φύγω, να κατέβω στην Αθήνα όπως όλα τα παιδιά εκείνα τα χρόνια μόλις τελείωναν το σχολείο και καταλάβαιναν τον εαυτό τους. Ήθελαν να φύγουν από το χωριό να πάνε σε μια πόλη όπου θα είχε μεροκάματο και θα μπορούσαν να ζήσουν καλύτερα. Εγώ βέβαια ήθελα να φύγω από το χωριό για ένα λόγο παραπάνω. Ο νους μου ήταν στο τραγούδι και έψαχνα να βρω ένα τρόπο να φύγω για την Αθήνα. Εκεί ήξερα ότι θα μπορούσα να γίνω τραγουδιστής. Είχα όμως και τις αγροτικές δουλειές γιατί ήμουν ο μεγαλύτερος γιος στην οικογένεια και ήμουν υπεύθυνος γι΄ αυτήν μιας και ο πατέρας μου είχε φύγει μετανάστης στη Γερμανία. Μια μέρα που ο πατέρας μου είχε έρθει στο χωριό για λίγες μέρες βρήκα την ευκαιρία να του πω ότι θέλω να φύγω στην Αθήνα. Έφευγε εκείνες τις μέρες κι ένα ακόμη παιδί από το χωριό και έλεγα να πάω μαζί του. Ο πατέρας μου αντέδρασε έντονα και μου είπε ότι δεν έπρεπε να φύγω και ν΄ αφήσω πίσω την οικογένεια μόνη. Εγώ ήμουν αποφασισμένος. Δεν είχα λεφτά και ζήτησα από το φίλο μου να πληρώσει και το δικό μου εισιτήριο. Εκείνος είχε πεντακόσιες δραχμές όλα κι όλα. Εκείνον τον καιρό το εισιτήριο έκανε εκατόν ογδόντα δραχμές. Το πήρα απόφαση κι έφυγα λοιπόν από το σπίτι και κατέβηκα στην Ελευσίνα. Εκεί είχε αρκετές οικογένειες από το χωριό μου, είχα κι έναν θείο εκεί που δούλευε. Μόλις με είδε μου έβαλε τις φωνές γιατί έφυγα κρυφά από τους γονείς μου. Έπιασα λοιπόν δουλειά κι εγώ σ' ένα εργοστάσιο.



Μάκης Μπέκος
κλαρίνο
Εντάσσεται μέσα στην πρώτη τριάδα των μεγάλων κλαρίνων και έχει διακριθεί από νεαρή ηλικία, όπως ο Σαλέας και ο Βασιλόπουλος. Ξεχωρίζει για το στρωτό του παίξιμο, την μουσική του φαντασία και ευαισθησία. Μπορεί και παίζει όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού, γι' αυτό έχει λάβει μέρος σε πολλές μεγάλες μουσικές παραστάσεις με τον Γιώργο Νταλάρα, την Χαρούλα Αλεξίου, την Ελένη Βιτάλη και όλους ανεξαιρέτους τους δημοτικούς. Έχει ηχογραφήσει πάνω από 4.000 τραγούδια και η συμμετοχή του έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιτυχία τους. Έχει ταξιδέψει με τον Νταλάρα και την Αλεξίου σε πολλά ξένα κράτη και με τους δημοτικούς στην Γερμανία, την Αυστραλία, την Αμερική, τον Καναδά, κλπ. Κατέχει κορυφαία θέση ως μουσικός στα μάτια όλων των καλλιτεχνών, αλλά και ως άνθρωπος είναι πολύ ευχάριστος και συνεργάσιμος. Πολλά χρόνια συνεργάστηκε με τον Κώστα Σκαφίδα, με τον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, το Γιώργο Κόρο, τη Βάσω Χατζή και τον Λευτέρη Ζέρβα. Έχει παίξει στον «Έλατο», στον «Κάβουρα», στη «Βοσκοπούλα», στο «Ελληνικό Γλέντι» στα «Αηδόνια», στο «Πάμε στα κλαρίνα», στα «Αγρίμια», στο «Όνειρο», στη «Νεράϊδα της Αθήνας», στο «Καν - Καν», στην «Σουίτα», στο «Μονσενιέρ», στο «Δώδεκα», στο «Ζυγό», στου «Σκαφίδα», στη «Νύχτα της Αθήνας»στο «Πανόραμα», στις «Εσπερίδες» κ.α. Ο Μάκης Μπέκος αποτελεί σφραγίδα στο κλαρίνο και το δημοτικό τραγούδι!!
Copyright © elatos 2005. Created BY ARcHoN