Κάθε μήνα
στα περίπτερα
 
Περιεχόμενα
Χριστούγεννα στην Ελλάδα
Η ιστορία της γέννησης
Τον καιρό που στον κόσμο κυριαρχούσαν οι Ρωμαίοι, ο αυτοκράτορας Αύγουστος έβγαλε διαταγή να γραφτούν όλοι οι υπήκοοί του σε καταλόγους. Ήθελε να δει πόσο πληθυσμό είχε το απέραντο κράτος του. Ένα μεγάλο πήγαινε-έλα αναστάτωσε όλη την Παλαιστίνη, γιατί η απογραφή έπρεπε να γίνει στον τόπο καταγωγής του καθενός. Η Μαρία και ο Ιωσήφ κατάγονταν από τη γενιά του Δαβίδ. Έπρεπε λοιπόν να πάνε στη Βηθλεέμ. Φτάνοντας εκεί, χτύπησαν όλες τις πόρτες.
Μα ούτε σε σπίτι ούτε σε πανδοχείο βρήκαν δωμάτιο. Επειδή η Παναγία ήταν ετοιμόγεννη, ένας πανδοχέας τη λυπήθηκε και τους επέτρεψε να μείνουν στο στάβλο με τα ζώα. Εκεί, στο στάβλο γεννήθηκε ο Χριστός. Η μητέρα του τον σπαργάνωσε και τον κοίμισε πάνω στα άχυρα, μέσα στο παχνί. Ολόγυρα τα ζώα τού κρατούσαν συντροφιά και τον ζέσταιναν με την ανάσα τους. Ήταν χειμωνιάτικη και κρύα νύχτα.
Έξω στον κάμπο, βοσκοί φύλαγαν τα πρόβατά τους και δεν έπεφταν να κοιμηθούν, μην έρθει ο λύκος και τους τα φάει. Έξαφνα, φως μεγάλο έλαμψε κι ένας άγγελος παρουσιάστηκε μπροστά τους. Οι ποιμένες τρόμαξαν πολύ. Μα ο άγγελος τους είπε: «Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω μια καλή είδηση που σ' όλο τον κόσμο θα δώσει χαρά. Σήμερα στην πόλη του Δαβίδ γεννήθηκε ο Σωτήρας, που είναι ο Χριστός ο Κύριος. Και το σημείο που θα σας οδηγήσει θα είναι τούτο: θα βρείτε βρέφος φασκιωμένο και ξαπλωμένο σε παχνί». Κι εκεί που μιλούσε ακόμα ο άγγελος, έξαφνα άνοιξαν τα ουράνια, και στρατός αγγέλων ενώθηκε μαζί του και δοξολογούσε κι έλεγε: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ κι επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία», που σημαίνει: «Δόξα στο Θεό, που βρίσκεται στα επουράνια.
Με τη γέννησή του ήλθε στη γη σωτηρία και τους φανερώθηκε όλη η καλή διάθεση και η αγάπη που έχει ο Θεός για τους ανθρώπους». Χάθηκαν οι άγγελοι και σηκώθηκαν τότε οι βοσκοί και πήγαν στη Βηθλεέμ, βρήκαν το στάβλο, όπως τους είχε πει ο άγγελος, και, μπαίνοντας, είδαν το βρέφος που κοιμόταν στο παχνί και τη μητέρα του που καθόταν πλάι του. Με συγκίνηση γονάτισαν μπρος στο παχνί και προσκύνησαν. Τον καιρό που γεννήθηκε ο Χριστός ζούσαν στην Ανατολή τρεις άνθρωποι πολύ σοφοί. Γι' αυτό τους έλεγαν Μάγους. Αυτοί, που από χρόνια μελετούσαν τα ουράνια σώματα, ξαφνικά παρατήρησαν ένα πρωτόφαντο αστέρι. Έβγαλαν λοιπόν το συμπέρασμα ότι γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου. Το αστέρι αυτό τους οδήγησε στην Ιερουσαλήμ. Οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, που περίμεναν τον ελευθερωτή βασιλιά, αναστατώθηκαν, όταν είδαν τους Μάγους. Μα πιο πολύ απ' όλους αναστατώθηκε ο Βασιλιάς Ηρώδης, γιατί φοβόταν μήπως κάποιος του πάρει το θρόνο. Φώναξε λοιπόν τους συμβούλους του και ζήτησε να μάθει πού λένε οι Γραφές ότι θα γεννηθεί αυτός ο βασιλιάς. Εκείνοι του διάβασαν το ιερό βιβλίο με τις προφητείες που έλεγε ότι θα γεννηθεί στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας. Αμέσως ο Ηρώδης κάλεσε τους Μάγους στο παλάτι και τους ρώτησε πότε ακριβώς είδαν το αστέρι. Έπειτα τους έστειλε στη Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε με το καλό. Ψάξτε να βρείτε το παιδί κι ελάτε να με ειδοποιήσετε, για να πάω κι εγώ να το προσκυνήσω». Οι Μάγοι έφυγαν, ακολουθώντας το αστέρι, που τους οδήγησε ως το μέρος όπου βρισκόταν το παιδί. Μπήκαν μέσα, γονάτισαν και το προσκύνησαν. Ύστερα του πρόσφεραν τα δώρα τους: χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα (αρώματα). Μετά την προσκύνηση, άγγελος Κυρίου τους πρόσταξε να μην πάνε πίσω στον Ηρώδη, αλλά να φύγουν από άλλο δρόμο, γιατί ο Ηρώδης είχε κακό σκοπό για το παιδί. Οι τρεις Μάγοι έφυγαν από άλλο δρόμο για την πατρίδα τους, γιατί δεν ήθελαν να τους δει και να τους ρωτήσει ο βασιλιάς Ηρώδης, που γύρευε το κακό του παιδιού. Μόλις όμως έφυγαν οι Μάγοι, ο άγγελος παρουσιάστηκε στον Ιωσήφ και του είπε: - Σήκω, πάρε το παιδί και τη μητέρα του και φύγετε για την Αίγυπτο. Θα μείνετε εκεί ώσπου να σου πω, γιατί ο Ηρώδης θα ψάξει να βρει το παιδί για να το σκοτώσει. Υπακούοντας στο θέλημα του Θεού, ο Ιωσήφ πήρε τη μητέρα και το παιδί και φύγανε νύχτα για την Αίγυπτο. Έτσι βγήκε αληθινός ο λόγος που είχε πει ο προφήτης Ωσηέ, πολλά χρόνια προτού γεννηθεί ο Χριστός: «Από την Αίγυπτο κάλεσα τον Υιό μου». Αργότερα, όταν ο Ηρώδης είχε πια πεθάνει, παρουσιάστηκε ξανά ο άγγελος στον Ιωσήφ και του παράγγειλε να πάρει τον Ιησού και τη Μαρία και να γυρίσουν πίσω στην Παλαιστίνη. Γύρισαν πραγματικά, και πήγαν να μείνουν στη μικρή πόλη που την έλεγαν Ναζαρέτ, πατρίδα της Παναγίας. Εκεί μεγάλωσε ο Ιησούς. Γι' αυτό αργότερα τον είπαν Ναζωραίο. (Από τα βιβλία «Η ζωή με το Χριστό» της Γ΄ τάξης και «Ο δρόμος του Χριστού» της Δ΄ τάξης του σχολείου

Μονεμβασιά
"Τοπίο σκληρό σαν τη σιωπή"
H Μονεμβασιά, αυτό το βραχονήσι που ενώνεται με τη στεριά με μια λωρίδα γης, ορθώνεται περήφανα και έχοντας πίσω του όλο το Αιγαίο μοιάζει έτοιμο να σαλπάρει γι' αλλού. Σα να μας κάνει χάρη που είναι δεμένο με τη ξηρά, που μας δίνει την ευκαιρία να το επισκεφθούμε εύκολα, που μας αφήνει να βρεθούμε δίπλα του, χωρίς τίποτε το απειλητικό πλέον να κρύβεται πίσω από τα τεράστια τείχη. Η ιστορία είναι χαραγμένη σε κάθε τι...
...ακόμη και στη λαβωμένη από τις σφαίρες σιδερένια πύλη. Η διαδρομή ως εδώ ακολουθεί την πορεία μέσα από την κάτω πόλη και τη γέφυρα με τις πολλές καμάρες. Ψηλότερα στέκει αγέρωχη η πάνω πόλη, ερειπωμένη και περήφανη στην κορυφή του εντυπωσιακού βράχου. Μόλις περάσετε αυτή τη βαριά, παμπάλαια, σιδερένια πόρτα, όλα αλλάζουν.
Κάτι θα σας σπρώξει ίσως, να βγάλετε το ρολόι σας καθώς εδώ ο χρόνος δεν μετράει. Όλα έχουν σταματήσει σε μια εποχή βγαλμένη μέσα από τα παραμύθια των παιδικών μας χρόνων. Στενά λιθόστρωτα δρομάκια οδηγούν τα βήματά σας και δεξιά και αριστερά σας τα μάτια πλημμυρίζουν από τις απίστευτες εικόνες των παλιών αρχοντικών με τα μεσαιωνικά οικόσημα, των βυζαντινών εκκλησιών, που εδώ δεν δείχνουν παλιές και ερειπωμένες αλλά ζωντανές και υπέροχες.
Περνάτε μέσα από αψίδες και σπίτια με εξώστες που βλέπουν στο πέλαγος. Όλο το σκηνικό θυμίζει μια διαφορετική Ελλάδα, την Ελλάδα του Ενετικού Μεσαίωνα ή ένα σκηνικό πανάκριβης χολιγουντιανής υπερπαραγωγής, που τα έχει προβλέψει όλα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. Οι επάλξεις του διπλού τείχους καταλήγουν στη θάλασσα. Ολόκληρο το Κάστρο σήμερα, διατηρείται σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα στην κάτω πόλη που είναι εμφανείς οι προσθήκες των Ενετών και των Τούρκων στα θεμέλια των Βυζαντινών. Θα ανηφορίσετε σίγουρα το κεντρικό καλντερίμι, το εμπορικό καλντερίμι της καστροπολιτείας. Τα πάντα δείχνουν μια ξεχωριστή ζωντάνια σαν πανηγύρι χρωμάτων και ήχων.
Στα δρομάκια που φεύγουν από εδώ θα περπατήσετε ανάμεσα στα παλιά αρχοντικά και τις πολλές βυζαντινές εκκλησίες που ποτέ δεν μετρήθηκαν ακριβώς, αλλά ξεπερνούν τις 40. Πολλές απ' αυτές όπως ο 'Αγιος Νικόλαος και η Παναγία η Μυρτιώτισσα αξίζουν το ενδιαφέρον σας για λίγο παραπάνω. Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα μιας άλλης Παναγίας, της Χρυσαφίτισσας, έφευγε από τη Σπάρτη και εμφανιζόταν στη Μονεμβασιά. Στο σημείο της εμφάνισης της έλαμπε φως και ανάβλυζε νερό. Οι Χρυσαφίτες έπαιρναν την εικόνα πίσω αλλά αυτή επέστρεφε στη Μονεμβασιά. Στο σημείο όπου βρέθηκε η εικόνα κτίστηκε το 1600 περίπου ο ναός της "Εύρεσης" για να την στεγάσει.

Υδάτινη απόλαυση εκτός κινδύνου
Μια βόλτα στα νερά του Λούσιου και του Αλφειού
Το πιο κοντινό ποτάμι στην Αθήνα βγάζει τα πέπλα ομορφιάς που το τυλίγουν Μια εσωτερική πάλη διεξάγεται κατεβαίνοντας από τη γέφυρα του Ατσίχολου προκειμένου να ενταχθείς στο μαγευτικο τοπίο του Λούσιου και του Αλφειού ποταμού.
Να θαυμάσεις το μαγευτικό καμβά της φύσης ή να παραδοθείς στη λατρεία της περιπέτειας που συνιστά η μάχη με τα αφρισμένα νερά του ποταμού; Ερώτηση με δύσκολη απάντηση καθώς τα αντιφατικά συναισθήματα που μας πλημμυρίζουν το είναι, θα βρουν απάντηση δύο ώρες μετά. Θα έχει προηγηθεί κωπηλασία, πρόσκρουση σε βράχους, χορός της βάρκας με τα νερά αλλά και στιγμές έκστασης που προσφέρει η πρόσδεση με αυτό το μοναδικό τοπίο που μόνο η φύση γνωρίζει να δημιουργεί και αφήνει εμάς μαγεμένους να το θαυμάζουμε.
Σπάζοντας τα δεσμά της πόλης, δραπετεύουμε στην άγνωστη ορεινή Ελλάδα και παρακολουθουμε τις άπειρες σταγόνες νερού στο ταξίδι τους προς τη μητέρα θάλασσα. Στο δρόμο θα συναντήσουν μεγάλες δυσκολίες. Θα αναμετρηθούν με βράχους, θα παρασύρουν δέντρα, θα σταματήσουν σε λίμνες αλλά τελικά θα βρουν στόχο εκεί κάπου στο Ιόνιο και θα παραδοθούν στην αγκάλη της. Νωρίτερα θα έχουν προσδώσει ζωή σε δεκάδες μέρη, χιλιάδες δέντρα, θάμνοι και λουλούδια θα υποκλιθούν στην ευεργετική επίδραση αυτού του άχρωμου, άγευστου και άοσμου υγρού με την τόση ζωογόνο δύναμη. Και εμείς οι άνθρωποι που εντασσόμαστε σ' αυτό το πανηγύρι της φύσης που μοιάζει να μην μας θέλει.
Ένα κρύο Σάββατο του Δεκεμβρίου ενταχθήκαμε στην παρέα του Alpin Club με στόχο να ακούσουμε τους βρυχυθμούς του Λούσιου και του Αλφειου ποταμού και να αποτυπώσουμε με το φωτογραφικό φακό όλα όσα κάνουν αυτούς που έχουν μαγευτεί από το ολιγόωρο ταξίδι με ραφτ να έρχονται και να ξανάρχονται και κάθε φορά να ανακαλύπτουν κάτι διαφορετικό.

Δόμνα Σαμίου
"Ωραία, γενναία, Ελληνίδα"
Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928 από Μικρασιάτες γονείς, που ήρθαν από το Μπαϊντίρι. Μεγαλωμένη στα προσφυγικά της Καισαριανής, το πρώτο πράγμα που θυμάται είναι το τραγούδι. Ήξερε και τραγουδούσε όχι μόνο τα τραγούδια της εποχής που άκουγε αλλά και όλους τους βυζαντινούς ύμνους. Της άρεσε πολύ να πηγαίνει κάθε Κυριακή με τον πατέρα της στην εκκλησία.
Εκεί καθόταν πιο δίπλα από τους ψάλτες και έψελνε. Οι οικονομικές δυσκολίες της εποχής την έκαναν σε ηλικία 12 ετών να πιάσει δουλειά σε ένα φραγκοραφτάδικο στο κέντρο της Αθήνας. Όμως ήρθε ο πόλεμος, ο ιδιοκτήτης έφυγε για το πόλεμο και έτσι σταμάτησε τη δουλειά. Την περίοδο της Κατοχής έπιασε δουλειά σε κάποιο σπίτι, στο Κολωνάκι, αλλά το τραγούδι έπαιζε τον πρώτο ρόλο στη ζωή της. Οι άνθρωποι του σπιτιού , που την άκουγαν όσο έκανε δουλειές να τραγουδάει, κατάλαβαν την αγάπη της γι' αυτό και την σύστησαν στον Σίμωνα Καρά που στη συνέχεια έγινε ο δάσκαλός της .
Έτσι λοιπόν σε ηλικία 13 ετών, άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα στο Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής, όπου ιδρυτής ήταν ο Σίμων Καράς, όπου της παρέδωσε τα πρώτα μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής και τη βοήθησε να κατακτήσει τα μυστικά των δημοτικών τραγουδιών. Ο Σίμων Καράς ήταν όπως η ίδια συνηθίζει να λέει «ο σταθμός της ζωής της». Με τον εξίσου παραδοσιακό τρόπο της αυστηρής σχέσης δασκάλου - μαθητή, διαμόρφωσε παραπέρα τις γνώσεις, τη φωνή και την τεχνική της, κυρίως όμως την έβαλε στον δρόμο της έρευνας και στην ηθικοπνευματική προοπτική της μετάδοσης, ωθώντας την στην διπλή, ή μάλλον τριπλή καριέρα που αργότερα ακολούθησε.
Έτσι η Δόμνα έγινε αυτή η πολύπλευρη και μοναδική προσωπικότητα: φορέας και ταυτόχρονα καταγραφέας της παραδοσιακής μουσικής, ερμηνεύτρια των δημοτικών τραγουδιών και ταυτόχρονα μελετήτριά τους, συλλέκτρια και παραγωγός δίσκων, δασκάλα και εμψυχώτριά των νέων στη στροφή τους προς την παράδοση αλλά και των παλιότερων στην επανανακάλυψή της. Μαζί του ήταν στην ΕΙΡ από το 1954 εως το 1971, όπου ήρθε η χούντα και τα παράτησε. Τη δεκαετία του 1960 αγόρασε το πρώτο της μαγνητόφωνο και γύρισε όλη την Ελλάδα ηχογραφώντας του ντόπιους τραγουδιστές. Όλα αυτά τα έκανε με δικά της έξοδα, μόνο και μόνο γιατί είχε και έχει πάθος με το δημοτικό τραγούδι. Αργότερα συνεργάστηκε με την Ελληνική Τηλεόραση σε μια μεγάλη σειρά ντοκιμαντέρ με τίτλο «Μουσικό Οδοιπορικό». Με αυτές της αναζητήσεις της είχε σαν αποτέλεσμα την δημιουργία ενός σημαντικού αρχείου.
Σκοπός της ήταν να διαφυλάξει καταγράφοντας και ταξινομώντας τα, τα δημοτικά τραγούδια και τη μουσική παράδοση της Ελλάδας. Από το 1960 κυκλοφορούσαν οι δίσκοι της στην Ελλάδα, τη Γαλλία και τη Σουηδία. Το 1971 για πρώτη εμφανίζεται ως ερμηνεύτρια στο κοινό, όταν την κάλεσε ο Διονύσης Σαββόπουλος, στο Κύτταρο και στο Ροντέο να παρουσιάσει μαζί με τους τότε μουσικούς συνεργάτες της, παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία οι περισσότεροι και κυρίως οι νεαροί φοιτητές που αποτελούσαν το κοινό του - αγνοούσαν.
Τασία Βέρρα
Γεννήθηκε στις Φαρές της Αχαΐας. Είναι ένα από τα οκτώ παιδιά (όλα με θαυμαστές μουσικές επιδόσεις-δραστηριότητες) του Μπάρμπα-Αγγελή Βέρρα, του μουσικού και μεγάλου τραγουδιστή.
Ξεκίνησε από πολύ μικρή και στην ηλικία των 15 ετών κυκλοφόρησε τους πρώτους της μικρούς δίσκους. Την καθιέρωσαν αμέσως και την έμαθε όλη η Ελλάδα. Από τις πρώτες της επιτυχίες είναι: «Τάξε μανούλα τάματα» (τσάμικο), η «Χρυσούλα», «Μια Βλαχοπούλα» κ.ά. Έχει τραγουδήσει μεγάλο αριθμό δημοτικών τραγουδιών με ιδιαίτερη επίδοση στο «κλέφτικο» τραγούδι στο οποίο δημιούργησε «σχολή». Ακούγοντας την Τασία Βέρρα να τραγουδάει και να εκφράζει τέτοιο πάθος και συναίσθημα, κυριολεκτικά ανατριχιάζεις.
Σπάνια συναντάς τέτοια μεγαλοπρέπεια και σεμνότητα στη φωνή.
Χαρακτηριστικά της τραγούδια είναι τα «Εγώ στον ήλιο ορκίστηκα», «Το μνήμα του Δημάκη», «Η δυστυχία» και άλλα πολύ ωραία κλέφτικα. Έχει τραγουδήσει σε όλα σχεδόν τα Αθηναϊκά κέντρα παραδοσιακής δημοτικής μουσικής, ενώ παράλληλα έχει πραγματοποιήσει περιοδείες σε πολλές χώρες του εξωτερικού, γνωρίζοντας συγκινητική ανταπόκριση από την Ομογένεια. Μετά από μια απουσία στη δισκογραφία ξαναεμφανίζεται το 1978 στο «Χρυσό Κλαρίνο» στη Μιχαήλ Βόδα δίπλα στο μεγάλο μας σολίστα του κλαρίνου Γιάννη Βασιλόπουλο. Παρότι είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την απουσία της, παρέμεινε ψηλά στο χώρο και η είδηση ότι ξαναβγήκε στο πάλκο στάθηκε ιδιαίτερα χαρμόσυνη στο κοινό του δημοτικού τραγουδιού που της έκανε «λαϊκό προσκύνημα». Πέρασαν εκατοντάδες καλλιτέχνες από το «Χρυσό Κλαρίνο» για να γνωρίσουν την Τασία Βέρρα.
Οι παραγγελιές που έδιναν ήταν οι οκτώ στις δέκα κλέφτικα και ειδικά τοπικά Μοραΐτικα που τα κατέχει άριστα. Οι πόρτες των δισκογραφικών εταιριών άνοιξαν και πάλι διάπλατα για την Τασία και ηχογράφησε πολλά τραγούδια. Εκτός από την μεγάλη δισκογραφική της ακμή εμφανίζεται στα καλύτερα μαγαζιά με μεγάλη επιτυχία. Έτσι μετά το «Χρυσό Κλαρίνο» εμφανίστηκε στους «Σταλακτίτες», στο «Κότζακ», στη «Νύχτα της Αθήνας», στο «Μονσενιέρ».
Τον φετινό χειμώνα εμφανίζεται με μεγάλη επιτυχία στον «Έλατο» που την είχε φιλοξενήσει και στο παρελθόν.
Θανάσης Βαρσαμάς
Γεννήθηκε και μεγάλωσε σ΄ ένα χωριό της Φθιώτιδας. Από τα παιδικά του χρόνια τα ακούσματά του είχαν ως επίκεντρο την παραδοσιακή μουσική. Σε ηλικία 18 χρόνων ξεκίνησε δειλά τα πρώτα του βήματα στο τραγούδι και εργάστηκε σε νυχτερινά κέντρα στη Λαμία. Το 1968 μπήκε στο στούντιο και ηχογράφησε τον πρώτο προσωπικό του δίσκο με τίτλο «Δώσ' μου το κορίτσι θεία», αφού προηγουμένως είχε παρουσιαστεί για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία.
Ένα χρόνο αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα και εργάστηκε στο κέντρο «Ελληνικό Γλέντι». Επόμενος σταθμός ήταν το κέντρο διασκέδασης «Βοσκοπούλα» στο οποίο και εργάστηκε για μια σεζόν. Στη συνέχεια και για τρεις συνεχόμενες χρονιές συνεργάστηκε με ένα πολύ μεγάλο μουσικό τον Βασίλη Σούκα στα «Γλυκοχαράματα». Με την βοήθειά του ηχογράφησε πέντε δίσκους οι οποίοι σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και τον ανύψωσαν στη συνείδηση του κόσμου. Το 1974 συνεργάστηκε με έναν ακόμη αξιόλογο μουσικό τον Βαγγέλη Σούκα, αδερφό του Βασίλη Σούκα στο κέντρο «Φαντασία». To 1975 έμελλε να είναι η χρονιά για την επιστροφή του στη «Βοσκοπούλα».
Την ίδια χρονιά και με συμπαραστάτη τον μουσικοσυνθέτη Κώστα Σούκα ο οποίος του εμπιστεύτηκε τα τραγούδια του, κυκλοφόρησε δύο ακόμα δίσκους καθώς και έναν με τον μουσικοσυνθέτη Κώστα Πίτσο. Το 1976 παρέα με ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό σχήμα που το αποτελούσαν οι Γιώργος Κόρος, Βάσω Χατζή και Βασίλης Σαλέας εργάστηκε στο κέντρο «Σταλακτίτες» για περίπου έξι χρόνια.
Την δεκαετία του΄80 δούλεψε στο κέντρο ενός πολύ σπουδαίου επιχειρηματία και παράλληλα ιδιαίτερα αξιόλογου ανθρώπου του Κώστα Κούρτη. Στα μέσα της ίδιας δεκαετίας η «Φωλιά» έγινε ο επόμενος επαγγελματικός του στόχος και με επιχειρηματία τον Γιάννη Μπάρμπα συνέχισαν μαζί για δεκαέξι συναπτά έτη στα «Αγρίμια». Χρονιά ορόσημο μπορεί να χαρακτηριστεί η φετινή καθώς επέστρεψε στο κέντρο διασκέδασης «Έλατος».
Η επιθυμία του να εργαστεί στο συγκεκριμένο κέντρο ήταν μεγάλη καθώς αποτελούσε και αποτελεί το σήμα κατατεθέν στην παραδοσιακή μουσική την οποία και υπηρετεί 36 χρόνια τώρα. ¶ξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι κατά διαστήματα έχει επισκεφθεί χώρες στις οποίες ζει και εργάζεται ο απόδημος Ελληνισμός και σίγουρα είναι άνθρωποι οι οποίοι τον έχουν αγκαλιάσει με τον τρόπο τους και έχουν τιμήσει την προσφορά του στο δημοτικό τραγούδι.
Αφιέρωμα : Ελιά
Ιστορία και Παράδοση
Λάδι, κρασί και σιτάρι, τα τρία πολύτιμα προϊόντα της ελληνικής γης.
«Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
Με τη μαγευτική βοή που κάνουν,
Ολοζώντανης νιότης ομορφάδες Που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
Και άλλες ψυχές της ψυχής σου αδερφάδες»

Απόσπασμα Μαβίλη.
Το Λιόδενδρο,η "παιδοτρόφος ελαία" κατά Σοφοκλή είναι πρωταγωνιστής της ελληνικής φύσης και ιστορίας. Παλιά είχε υποστηριχθεί εσφαλμένα ότι η καλλιέργειά της μεταφέρθηκε στην Ελλάδα από την Παλαιστίνη. Νεότερα όμως στοιχεία μετά από ανάλυση γύρης απέδειξαν ότι η παρουσία της ελιάς στον ελλαδικό χώρο χρονολογείται από την νεολιθική εποχή.
Η συστηματική της καλλιέργεια πιστοποιείται και στη μυκηναϊκή περίοδο. Αλλά και οι πινακίδες της Γραμμικής Β΄ η οποία είναι το πρώτο είδος ελληνικής γραφής, από τα αρχεία των ανακτόρων της Κνωσσού, Πύλου και Μυκηνών μαρτυρούν την οικονομική σημασία της κατά τον 14ο και 13ο αι.π.χ.
Μάλιστα στην Κνωσσό και στις Αρχάνες βρέθηκαν μέσα σε αγγεία κουκούτσια από ελιές. Σε άλλα σημεία της Κρήτης βρέθηκαν ελαιοπιεστήρια υστερομυκηναϊκής ΙΙ και ΙΙΙ περιόδου (1450-1200π.χ.). Ελιές απεικονίζονται και σε έργα τέχνης της εποχής αυτής. Μια τοιχογραφία του ανακτόρου της Κνωσσού του 16ου αι. π.χ. αποτελεί θαυμάσια απεικόνιση ελαιώνα, ενώ τα χρυσά ποτήρια από τον μυκηναϊκό τάφο του Βαφειού Λακωνίας (16ος αι. π.χ.) κοσμούνται με παράσταση ελαιόδενδρων Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση η Ελαϊς, κόρη του Ανίου και της Δωρίππης, ήταν προστάτιδα του ελαιόλαδου. Οι αδελφές της ήταν η Οινώ, που προστάτευε την άμπελο και η Σπερμώ, που προστάτευε το σιτάρι. Λάδι, κρασί και σιτάρι, τα τρία πολύτιμα προϊόντα της ελληνικής γης. Έρευνες και ευρήματα (πιθάρια, καταγραφές σε πινακίδες, απομεινάρια ελαιοτριβείων) μαρτυρούν ότι η παραγωγή ελαιόλαδου κατείχε εξέχουσα θέση στην κοινωνία και οικονομία των Μινωιτών και Μυκηναίων. Ήδη από τα μινωικά χρόνια γινόταν επεξεργασία του καρπού της ελιάς και παραγόταν λάδι που αποθηκευόταν σε πήλινους πίθους και αμφορείς και συχνά εξάγονταν στα νησιά του Αιγαίου και την κεντρική Ελλάδα. Η ελιά όμως είχε κεντρικό ρόλο και στην ζωή της Αθήνας.
Σύμφωνα με την παράδοση, στη γνωστή αναμέτρηση του Ποσειδώνα με την Παλλάδα Αθηνά για το ποιος θα δώσει το όνομά του στην πόλη, επικράτησε η Αθηνά προσφέροντας στον ΄΄κλεινόν άστυ΄΄ μία ελιά, σύμβολο ειρήνης, προόδου και δύναμης. Η πόλη έδειξε την ευγνωμοσύνη της δίδοντας το όνομα της Θεάς στην πόλη. Ενδεικτικό της σημασίας της ελιάς για την Αθήνα είναι ότι οι Αθηναίοι στα νομίσματά τους απεικόνιζαν την Αθηνά με στεφάνι ελιάς στο κράνος της και έναν αμφορέα με λάδι ή ένα κλαδί ελιάς. Με κλάδους ελιάς ήταν στεφανωμένο και το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Διός στην Ολυμπία, έργο του Φειδία, ένα από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου. Στην Ακρόπολη υπήρχε η ιερή ελιά της Αθηνάς, η πρώτη ελιά που η θεά Αθηνά χάρισε στους Έλληνες και στην Ακαδημία οι 12 ιερές ελιές, οι μορίαι, και ο ιερός ελαιώνας από τον οποίο προερχόταν το λάδι που δινόταν ως έπαθλο στους νικητές των Παναθηναίων.
Το 480 π.χ. όταν οι Πέρσες κατέλαβαν την Αθήνα, έκαψαν την ιερή ελιά, γεγονός που θεωρήθηκε από τους Αθηναίους κακό σημάδι. Η θλίψη μετατράπηκε σε χαρά όταν την επόμενη μέρα ο καμμένος κορμός είχε βλαστήσει και πάλι. Το λάδι είχε και άμεση σχέση με τις αθλητικές δραστηριότητες. Οι αθλητές των αρχαίων αγώνων είχαν την συνήθεια να αλείφουν το σώμα τους με λάδι πριν από την άσκηση στα γυμναστήρια για να διατηρήσουν την ελαστικότητα των μυών τους. Το έπαθλο για τους Ολυμπιονίκες ήταν ένα στεφάνι από αγριελιά, ο κότινος. Επίσης στους αθλητικούς αγώνες που γίνονταν κάθε 4 χρόνια κατά τη διάρκεια των Παναθηναίων, της μεγάλης γιορτής προς τιμήν της προστάτιδας θεάς Αθηνάς, το λάδι της ελιάς αποτελούσε το βραβείο που έπαιρναν οι νικητές. Το παναθηναϊκό λάδι μοιραζόταν στους νικητές μέσα σε μεγάλα και ζωγραφισμένα πήλινα αγγεία, που τα ονόμαζαν παναθηναϊκούς αμφορείς. Στη μια πλευρά απεικονιζόταν η θεά Αθηνά και στην άλλη το αγώνισμα στο οποίο θα δινόταν το αγγείο ως έπαθλο. Τα αγγεία ήταν δημόσια και για την κατασκευή και απονομή τους είχαν την ευθύνη τα αρμόδια όργανα της αθηναϊκής πολιτείας. Όσον αφορά την ποσότητα του λαδιού που έπαιρναν ως βραβείο οι νικητές, μας πληροφορεί μια σημαντική επιγραφή του 380 π.X. από την Ακρόπολη, που αναφέρει τον ακριβή αριθμό των γεμάτων με λάδι αγγείων που δίνονταν στον πρώτο και δεύτερο νικητή. Έτσι βλέπουμε ότι ο νικητής στο αγώνισμα του δρόμου ταχύτητας έπαιρνε ως βραβείο 70 αμφορείς που ο καθένας χωρούσε γύρω στα 35-45 κιλά λάδι. Κέρδιζε επομένως περίπου 2,5 τόνους λάδι.

Copyright © elatos 2005. Created BY ARcHoN