Απόκριες
ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ
Την περίοδο του καρναβαλιού όλη η γη χορεύει. Εκτός από την εκδοχή ότι «καρναβάλι» σημαίνει αποχή από το κρέας, υπάρχει και μια εκδοχή σύμφωνα με την οποία η λέξη προέρχεται από το carmus navalis που σημαίνει αμαξίδιο ναυτικό, διότι στις παρελάσεις που κατά την αρχαιότητα έρχονταν από την Ελευσίνα και έφερναν τον Ιερό Πέπλο στον Παρθενώνα, μέσω της Ιεράς Οδού, παρήλαυνε και ένα μοντέλο ιερού πλοίου. Έτσι δόθηκε το όνομα «κάρρο-νάβαλε» που ερμηνεύεται ως καρότσι - καϊκι ναυτικό. Σε αρχαία αγγεία υπάρχει παράσταση του Διονύσου που κάθεται σε ένα τέτοιο τροχοφόρο κάροο-νάβαλε. Τα γνωστά σε όλους μας άρματα και το ομοίωμα του Καρνάβαλου είναι η συνέχεια των γιορτών των Βακχαναλίων.
Κατά την αρχαιότητα θα δούμε καρναβάλια στην Αρχαία Αίγυπτο κατά τις γιορτές της Ίσιδας, στην αρχαία Ελλάδα στα Διονύσια, στην Εβραϊκή θρησκεία στο Πουρίμ. Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις υπάρχει η μεταμφίεση.
Στην Ελλάδα τα αποκριάτικα έθιμα αποτελούν συνέχεια των λατρευτικών τελετών προς τιμήν του Διονύσου. Κατά τη διάρκεια των διονυσιακών εορτών, οι λάτρεις του Θεού Διονύσου φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με κατακάθι από κρασί και φορούσαν στεφάνι από κισσό, που ήταν το ιερό φυτό του Θεού Διονύσου και γενικά αποκτούσαν την μορφή σατύρων.
Τις τελετές αυτές ακολουθούσε ο διθύραμβος, που ήταν ένας χορικός ύμνος.
Πολλά στοιχεία από αυτές τις λατρευτικές τελετές ενσωματώθηκαν στην αρχαιοελληνική τραγωδία.
Έτσι λοιπόν τα Βάκχεια των αρχαίων Ελλήνων και τα Κρόνια των Ρωμαίων, με τους χορούς και τις θορυβώδεις εκδηλώσει αποτέλεσαν την αρχή της Αποκριάς. Στην αρχή κρατούσαν οι γιορτές αυτές μια ημέρα, μετά με την παρέμβαση του Καίσαρα τρεις μέρες και στη συνέχεια επτά.
Τα Κρόνια άρχιζαν στις αρχές Ιανουαρίου, όπου οι δούλοι θεωρούνταν ελεύθεροι και είχαν το δικαίωμα να περιγελούν τους αφέντες τους. Μερικοί από τους αφέντες μεταμφιέζονταν σε δούλους και υπηρετούσαν τους πραγματικούς δούλους και τελείωνε η γιορτή με όργια. Μετά όμως από την κατάκτηση της Γαλατίας από τους Ρωμαίους, τα έθιμα αναμίχθηκαν με τα ρωμαϊκά και έτσι εμφανίστηκαν νέες γιορτές και τρόποι εορτασμού.
Κατά την διάρκεια της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής περιόδου, οι Απόκριες γιορτάζονταν στον ιππόδρομο. Τις γιορτές τις διοργάνωνε ο αυτοκράτορας. Σ' αυτές τις γιορτές έπαιρναν μέρος όλος ο κόσμος, ευγενείς και απλός λαός. Επίσης οι υπόδουλοι στους Τούρκους Έλληνες γιόρταζαν τις Απόκριες μεταμφιεσμένοι με προβιές.
Την περίοδο του Μεσαίωνα, η Εκκλησία προσπάθησε να αφανίσει την Αποκριά, χωρίς να το κατορθώσει. Αυτό που αποτέλεσε θέμα διαφόρων συνόδων, ήταν η αποκριάτικη παράδοση «Ημέρα των τρελών και των αθώων» με την οποία δεν συμφωνούσε ο Χριστιανισμός.
Με την μορφή που υπάρχει σήμερα διαμορφώθηκε τον Μεσαίωνα στην Ιταλία. Το έθιμο διαδόθηκε σε όλες τις χώρες και απέκτησε ιδιαίτερη μορφή σε κάθε περιοχή ανάλογα με τα τοπικά έθιμα και τις παραδόσεις. Παντού όμως υπάρχει το άρμα του Βασιλιά καρνάβαλου και οι μεταμφιεσμένοι.
Στα περισσότερα ελληνικά καρναβάλια κυριαρχεί η παράδοση.
Βέβαια οι μάσκες εμφανίζονται και αρχίζει ο χορός και το γλέντι σε όλο τον κόσμο, από τα κανάλια της μασκοφόρου Γαληνοτάτης ως την περίφημη Promenade des Anglais , στη Νίκαια όπου καίνε τον Καρνάβαλο, όλη η Ευρώπη δίνει το παρόν. Αλλά και στην αντίθετη πλευρά, Καραϊβική, Ρίο Ντε Τζανέιρο, με ρέγκε , τούμπα, σάλσα, δημιουργούνται μοναδικές γιορτές που είναι συνδυασμός παραδόσεων και δεισιδαιμονιών.
Ο ελληνικός ποιμενικός

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία ο σκύλος εξημερώθηκε από το θεό Απόλλωνα για να συντροφεύει τη θεά Άρτεμη στο κυνήγι -τη σχέση του σκύλου με το κυνήγι μαρτυρά και η ετοιμολογία της λέξης κυνήγι:
κύναν άγω . Τον συναντάμε στη συνοδεία της θεάς Άρτεμης μαζί με άλλα ζώα.
Η παρουσία της φυλής σκύλων ελληνικός ποιμενικός στον ελλαδικό χώρο από τα αρχαία χρόνια, τεκμηριώνεται από ένα πλήθος αναφορών σε ιστορικά κείμενα και άλλες γραπτές μαρτυρίες. Οι αρχαίοι Έλληνες διέκριναν τις φυλές σκύλων σε δύο βασικές κατηγορίες, τους κυνηγετικούς και ποιμενικούς σκύλους. Οι ποιμενικοί σκύλοι ονομάζονταν «Μολοσσίδες» ή «Ηπειρωτικοί», ονομασία που προήλθε από την περιοχή καταγωγής τους (η αρχαία ελληνική Μολοσσία, σημερινή Ήπειρος). Ο Νίκανδρος αναφέρει ότι οι Ηπειρωτικοί σκύλοι, δυνατοί και μεγαλόσωμοι, πλάστηκαν από το θεό της φωτιάς Ήφαιστο. Ο Πλάτωνας αναφέρει ότι ο ποιμενικός σκύλος της Ηπείρου χρησιμοποιούταν από τους Έλληνες από τους ομηρικούς χρόνους και έχαιρε μεγάλης εκτίμησης λόγω των ικανοτήτων του. Ο Οππιανός, στην
Κυνολογία , περιγράφει τον ελληνικό ποιμενικό σκύλο τόσο ρωμαλέο και ατρόμητο ώστε να επιτίθεται σε ταύρους και αγριόχοιρους ή ακόμη και σε λιοντάρια.
Νομάδες κτηνοτρόφοι μετέφεραν αυτή τη φυλή σκύλων και στη Μακεδονία και από τότε ο σκύλος της Ηπείρου, λόγω των ικανοτήτων του, χρησιμοποιήθηκε στις εκστρατείες του Μ. Αλέξανδρου. Και ο βασιλιάς της Ηπείρου Πύρρος χρησιμοποίησε τους Μολοσσίδες της Ηπείρου ως πολεμικούς σκύλους. Η φυλή με τη σημερινή της μορφή αποτελεί την εξέλιξη της αρχαίας φυλής Μολοσσίδων ή Ηπειρωτικών σκύλων στις απομονωμένες περιοχές της Πίνδου.
Κομπολόι
Δεν έχετε ένα (ακόμα), έτσι δεν είναι ?
Ίσως ένα από τα σημαντικά σύμβολα της ελληνικής σχολής, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής ζωής, είναι το κομπολόι. Ένα δημοφιλές τραγούδι έλεγε: "Θα πετάξω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι", που είναι ακριβώς ο συμβολισμός του κομπολογιού. Σήμερα θα δείτε νέους και γέρους στην Αθήνα με τα χέρια πίσω από τη μέση τους να παίζουν με τις χάντρες του κομπολογιού ή άνδρες να κάθονται στα τραπέζια των καφενείων, να μαλώνουν και να παίζουν με το κομπολόι τους παίζοντας με τις χάντρες εντονότερα, όσο κορυφώνεται η διαφωνία.
Τα κομπολόγια αυτά δεν είναι θρησκευτικά, ούτε κάποιο είδος Ορθόδοξου ροζάριου, αν και θα δείτε πολλούς ιερωμένους να ασχολούνται με αυτά. Είναι απλά ένας τρόπος να περνάει κανείς την ώρα του, απασχολώντας τα χέρια του, που είναι και ο λόγος που τελευταία συνιστώνται σε όσους θέλουν να κόψουν το κάπνισμα. Όλο και περισσότερες γυναίκες υιοθετούν αυτή τη συνήθεια του παιξίματος με το κομπολόι, κάτι που δε συνέβαινε στο παρελθόν, γι' αυτό και σήμερα παράγονται όλο και περισσότερα κομπολόγια με καλλιτεχνικές επιρροές.
Το κομπολόι πέρασε από χιλιάδες χέρια, πρωταγωνίστησε σε τραγούδια, έγινε σύμβολο σε θρησκείες και παραδόσεις εκατοντάδων χρόνων. Και στο Μουσείο Κομπολογιού στο Ναύπλιο πήρε τα τελευταία χρόνια τη θέση που του αρμόζει.
Kάθε κομπολόι και μια ιστορία. Ένα ταξίδι στον χρόνο, ιστορίες χαράς, προσευχής, μοναξιάς, πόνου, προσμονής, ανθρώπων απλών, με εξουσία, αλλά και ταπεινών, με ένα κοινό γνώρισμα: αυτό το κορδόνι με τις χάντρες να κυλούν κελαρυστά ανάμεσα στα δάχτυλα. Χάντρες, άλλοτε παλιές και πολύτιμες από κεχριμπάρι, κοράλλι, ελεφαντόδοντο, κόκαλο, κέρατο, έβενο, φατουράν και μαστίχα, άλλοτε καινούργιες που αστράφτουν στο φως, διάφανες, που όμως έχουν να διηγηθούν τη δική τους μεγάλη ιστορία.
Κώστας Σούκας

Γεννήθηκα εις το Κομπότι Άρτας στις 20/12/1944. Παίζω κιθάρα από 10 ετών. Κατάγομαι από την μεγάλη οικογένεια των Σουκέων και είμαι αυτοδίδακτος.
Είχα ακούσματα από τα αδέρφια μου και ειδικά από τον αδερφό μου, τον Βασίλη Σούκα, ο οποίος έπαιζε όλα τα όργανα. Ακούγοντας την κιθάρα που έπαιζε ο αδερφός μου και το τσίμπαλο έχω κάνει ένα μίγμα κιθάρας-τσίμπαλο και από ένα μεγάλο οργανοπαίχτη, τον Γεράσιμο τον Λάλο ο οποίος ήταν φανταστικός στη μαντόλα.
Ακούγοντας επίσης τον αδερφό μου τον Βαγγέλη τον Σούκα στο κλαρίνο, διαμόρφωσα ένα διαφορετικό είδος και έναν ιδιαίτερο ήχο στην κιθάρα μου.
Βασίλης Σούκας
Θυμόμαστε ένα μεγάλο σολίστα..
Ένας μοναδικός άνθρωπος, που έγραψε τη δική του ιστορία με αστείρευτο ζήλο, αγάπη και αρμονία, πάνω στο πεντάγραμμο της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής κι όχι μόνο. Πρόκειται για τον κορυφαίο σολίστα - ερμηνευτή κλαρίνου Βασίλη Σούκα. Ένα όνομα που δεν πρέπει ποτέ να λησμονηθεί από κανένα μας και που αξίζει να μνημονεύεται διαρκώς προς ένδειξη εκτίμησης και σεβασμού, απέναντι σε μια μορφή - έναν άνθρωπο που αγωνίστηκε σκληρά, για να διατηρήσει ζωντανή στη μνήμη μας τη μακραίωνη παράδοση της μουσικής της Ηπείρου, σε μια εποχή όπου η μουσική βάλλεται διαρκώς από μονότονους και ξεγυμνωμένους ήχους - χωρίς αρμονία!
Γεννημένος στις 25 Μαρτίου του 1931 στο Κομπότι της Άρτας, σ' ένα τόπο που έχει αναπτύξει το δικό του μουσικό ιδίωμα στα πλαίσια της ηπειρωτικής μουσικής παράδοσης, γόνος μιας από τις μεγαλύτερες και γνωστότερες μουσικές οικογένειες της περιοχής τους Σουκαίους, ευνόητο ήταν και για τον Βασίλη Σούκα να γίνει ένας προικισμένος μουσικός της παραδοσιακής μουσικής - λαμπρός ερμηνευτής και φορέας της.
Οι «Σουκαίοι» αντιπροσωπεύουν, μιαν από τις μεγαλύτερες και γνωστότερες μουσικές οικογένειες («σκλήθρες») της περιοχής, με συνεχή παρουσία για περισσότερα από 150 χρόνια κι ένα γενεαλογικό δέντρο που περιλαμβάνει πάνω από είκοσι μέλη.
Ο όρος Βασκανία
Με τον όρο βασκανία εννοείται η δυσμενής και ολέθρια ψυχική επίδραση, η οποία εξασκείται τόσο στους ανθρώπους και στα ζώα όσο και στα φυτά αλλά ακόμη και στα αντικείμενα δια του βλέμματος και μόνο από άτομα τα οποία έχουν έμφυτη αυτή τη δύναμη. Έτσι το άτομο που ματιάζει κάνει κακό χωρίς κάποια συγκεκριμένη χειρονομία ή λόγια ή άλλη τελετουργική πράξη και συνήθως χωρίς να το θέλει ή να έχει συνείδηση της πράξεώς του. Αρκεί απλά το γεγονός του θαυμασμού ή της ιδιαίτερης ενασχόλησης και παρατήρησης ή της ύπαρξης ζήλιας στις προθέσεις του ατόμου ώστε να ματιάσει κάποιον ή κάτι.
Πιστεύεται ότι το κακό μάτι ή βασκανία είναι αποτέλεσμα κακόβουλης ή και απλώς ζωώδους μαγνητικής επιδράσεως η οποία είναι αρκετά ισχυρή σε μερικά άτομα. Με άλλα λόγια η βασκανία δεν είναι τίποτε περισσότερο από την ασυνείδητη εκπομπή σε μεγάλη ένταση χαμηλού μαγνητικού δυναμισμού. Ο βασκανηστής συνήθως άτομο προικισμένο με ισχυρή θέληση, μπορεί να επιβληθεί μόνον σε άτομα με ασθενή θέληση, σε άσχημη ψυχική κατάσταση, και γενικά πιο αδύναμα. Πιστεύετε ότι άτομα ηθικά, με υγιή ψυχική και πνευματική κατάσταση, που ζούνε έντιμα και σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους, δύσκολα ματιάζονται. Βέβαια, ανέκαθεν πιστεύονταν ότι τα άτομα που μπορούσαν να ματιάσουν παρουσίαζαν κάποια συγκεκριμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά π.χ. το πράσινο χρώμα των ματιών και γενικότερα τα ανοικτόχρωμα μάτια, τα μικρά μάτια ή τα σμιχτά φρύδια, ενώ θεωρούνταν ότι οι σαββατογεννημένοι δεν ματιάζονται.
Της Αρκαδιάς ο Πλάτανος και η Ελένη του Χαμέρη

Αγαπητοί Συντάκτες,
Από τη διαφήμιση έμαθα για το περιοδικό και αμέσως το πήρα, διότι μου αρέσει η παράδοση. Όχι όμως οποιαδήποτε παράδοση, αλλά η πραγματική, η αυθεντική.
Ακούγοντας το τραγούδι "Στης Αρκαδιάς Τον Πλάτανο" αποφάσισα να σας στείλω μια δική μου εργασία για το τραγούδι αυτό. Επί 15 μήνες έψαχνα, ρώταγα για να συντάξω αυτό το μικρό αφιέρωμα. Εκτιμώ ότι είμαι κοντά στην πραγματικότητα, όμως διατηρώ και επιφύλαξη μήπως κάτι δεν το έμαθα σωστά, αυθεντικά.
Από ένα τέτοιο εξαίρετο περιοδικό σαν το δικό σας εκτιμώ ότι πρέπει να αναζητούμε και απαιτούμε την αυθεντική παράδοση γιατί πρέπει να την αφήσουμε παρακαταθήκη στα παιδιά μας.
Σας ευχαριστώ
Από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου, τόσο στο χωριό μου, όσο και στην ευρύτερη περιοχή, το τραγούδι - "Στης Αρκαδίας τον πλάτανο", το όμορφο αυτό λεβέντικο τσάμικο τραγούδι ακουγόταν από τα γραμμόφωνα, εκείνα με το μεγάλο χωνί και αγαλλίαζε η ψυχή μας, ανέβαινε το ηθικό, η ελληνική λεβεντιά και ο κόσμος αισθανόταν ευφορία.
Αργότερα που έφυγα από τα μέρη μας και πρωτοπήγα στην Αθήνα κ.λ.π. διαπίστωσα ότι το τραγούδι αυτό ακούγονταν, τραγουδιόταν, σε όλη την Ελλάδα, από τους κρατικούς και περιφερειακούς Ρ/Φ σταθμούς και μεταγενέστερα από την τηλεόραση.
Αφορμή να ασχοληθώ και να ερευνήσω σε όσο βάθος μπόρεσα τη σχέση του τραγουδιού με την Ελένη του Χαμέρη, ήταν η εκπομπή του Δημοτικού Ρ/Φ Λάρισας, για την παράδοση, που επιμελείται και παρουσιάζει με αξιοζήλευτο τρόπο ο αγαπητός μου Γιώργος Παπαγεωργίου. Την ημέρα εκείνη στο στούντιο ήταν και ο καθηγητής Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Γεώργιος Αντωνακόπουλος και μεταδόθηκε το τραγούδι αυτό. Μου εζητήθη δε να παρέμβω και να ενημερώσω τους ακροατές, γιατί, πότε, πώς κ.λ.π. εγράφη το τραγούδι και ποια είναι η αναφερόμενη Ελένη. Δεν το κρύβω, την πρόκληση την πήρα με μεγάλη χαρά, διότι στα παιδικά μου χρόνια (Δημοτικό Σχολείο) έζησα στη γειτονιά που είναι το κάστρο της Αρκαδιάς, ο πλάτανος, το σπίτι του Χαμέρη.